fbpx

Μπετόβεν, Σονάτες op.109, 110, 111, Steven Osborne

Κριτική μουσικής: Μπετόβεν, Σονάτες op 109, 110, 111, Steven Osborne (πιάνο) / Hyperion

Υπάρχουν μερικά αγαπημένα έργα τέχνης και άλλα που είναι τόσο απόκοσμα που ξεπερνούν τα όρια της τέχνης. Για μένα, και φαντάζομαι για τους περισσότερους μουσικόφιλους, τα τελευταία έργα του Μπετόβεν ανήκουν στο πάνθεον της καλλιτεχνικής δημιουργίας: η Missa Solemnis, οι Παραλλαγές Diabelli, η 9η συμφωνία, τα τελευταία κουαρτέτα και, φυσικά, οι τρεις τελευταίες σονάτες για πιάνο. Γι΄ αυτά τα έργα δεν υπάρχει νόημα να περιμένεις την ιδανική ερμηνεία: τέτοιο είναι το πνευματικό βάθος της δημιουργίας του Μπετόβεν που θα ήταν μάταιο να αναζητά κανείς την ερμηνεία που πλησιάζει την τελειότητα.

Ο Steven Osborne, ωστόσο, πλησιάζει αρκετά. Αυτές οι σονάτες χρειάζονται δύο αρετές: ταπεινότητα και ανθρωπισμό. Και ο Osborne φαίνεται να κατέχει και τις δύο. Η παρεμβολή του ερμηνευτή θα πρέπει να είναι ελάχιστη αφού η ισορροπία ανάμεσα σε συναίσθημα και συναισθηματισμό μπορεί εύκολα να χαθεί — μία άλλη αρετή που ο Osborne φαίνεται να αναγνωρίζει, κρίνοντας από την παρούσα ηχογράφηση.

Ακούστε τη λυρική σονάτα op. 109 για παράδειγμα. Η αντίθεση ανάμεσα στην ονειρική πρώτη κίνηση και τη δεύτερη (Prestissimo) γίνεται ακόμα πιο ξεκάθαρη στα δάχτυλα του Osborne. Πράγματι, ο τρόπος που χειρίζεται τη δεύτερη κίνηση μας δίνει νύξεις για τις δραματικές αντιθέσεις που επιδιώκει και που είναι συνεπείς στα γρήγορα tempi του Μπετόβεν. Όσον αφορά στην τελευταία κίνηση, ο Osborne μας παρέχει μία ρέουσα εκδοχή του Andante, όπου κάθε παραλλαγή μεταβαίνει στην επόμενη ομαλά. Όμως είναι στην 6η παραλλαγή που ο πιανίστας δεν διστάζει να τονίσει την πάλη ανάμεσα στα πιο λυρικά και στα πιο έντονα μέρη, φτάνοντας στα άκρα της εκφραστικότητας (μία άλλη ψηφιακή ηχογράφηση που δίνει στον ακροατή την ίδια εντύπωση είναι αυτή του Kovacevich).

Η ίδια αντιπαλότητα συναντάται και στην πρώτη κίνηση της σονάτας op. 110 και δεν θα μπορούσα να μη νιώσω ανακούφιση που επιτέλους μπορώ και ακούω τη δεύτερη κίνηση, Allegro Molto, ερμηνευμένη σε γρηγορότερο από συνηθισμένο τέμπο, με ιδιαίτερη έμφαση στον αντιφωνικό χαρακτήρα που τη διέπει. Η μετάβαση στο στοχαστικό Adagio ma non troppo γίνεται σχεδόν ανεπαίσθητα, με τον πιανίστα να βρίσκεται σε πλήρη εναρμόνιση με τον Arioso dolente χαρακτήρα. Στη Φούγκα, ο Osborne γνωρίζει καλά τα δομικά στοιχεία που χτίζουν αυτό το τόσο φουριόζικο φινάλε, και το με το ακριβές και εντυπωσιακό accelerando του κλείνει τη σονάτα θριαμβευτικά.

Και τέλος φτάνουμε στη σονάτα 111, τη σονάτα όλων των σονατών. Ο τρόπος με τον οποίο ο Osborne κυριολεκτικά εισβάλλει στην πρώτη κίνηση (Maestoso – Allegro con brio ed appassionato) θα μπορούσε να χαρακτηριστεί μόνος ως δυναμικός και ρωμαλέος. Κάποιος θα ανησυχούσε ότι, έπειτα από τόσο δυναμισμό, το παίξιμο μπορεί να καταλήξει να ακούγεται συγκεχυμένο, αλλά όχι εδώ: συγχαρητήρια στον Osborne που καταφέρνει να κάνει κάθε νότα να ξεχωρίζει, με τα τμήματα της φούγκας ολωσδιόλου ευδιάκριτα. Όσον αφορά την Arietta, εδώ έχει την αιθέρια μεταχείριση που θα έπρεπε: από τις κατανυκτικές πρώτες νότες μέχρι τους τζαζ, boogie-woogie ρυθμούς που εδώ πραγματικά σε ξεσηκώνουν. Απλώς ακούστε πως τους ερμηνεύει ο Osborne και τότε θα καταλάβετε γιατί ο Jeremy Denk έχει περιγράψει αυτή τη μουσική ως πρωτο-τζαζ.

Και μετά από αυτόν τον φρενιτικό χορό, η μουσική αρχίζει να ξεπερνά τα όρια της τέχνης και αποσπάται από τη γήινη βαρύτητα, αιωρούμενη σε ανώτερες σφαίρες. Κάποιος μπορεί να πει ότι όλες οι τρίλιες είναι οι ίδιες (ανεξαρτήτως ερμηνευτή) αλλά η ελαφρότητα του αγγίγματος του Osborne, συνδυασμένη με τους λεπτεπίλεπτους τόνους, είναι ιδανική για να μελοποιήσει την πνευματική χροιά αυτής της μουσικής. Συχνά οι άνθρωποι περιγράφουμε τη δυνατή, επική συμφωνική μουσική ως μουσική των αιθέρων, όμως ας αναλογιστούμε: δεν είναι τα πιο ενδόμυχα κομμάτια αυτά που εν τέλει επιτυγχάνουν το πέρασμα σε απόκοσμους προορισμούς;

Το παρακάτω απόσπασμα, από τον Δόκτωρ Φάουστους του Τόμας Μαν, αναφέρεται στην Arietta της τελευταίας αυτής σονάτας και αποτελεί πειστήριο για την υποκειμενική ομορφιά της μουσικής και τον αντίκτυπο που έχει στον καθένα μας ξεχωριστά:

…κι αυτή η επιπρόσθετη δίεση είναι η συγκινητικότερη, η παρηγορητικότερη, η μελαγχολικά συμφιλιωτικότερη πράξη του κόσμου. Είναι σαν οδυνηρά τρυφερό χάδι στα μαλλιά, στο μάγουλο, ένα σιωπηλό, βαθύ βλέμμα μέσα στα μάτια για στερνή φορά. Ευλογεί το αντικείμενο, την τρομερά περιπλανώμενη διαμόρφωση, με ακατανίκητο εξανθρωπισμό την αποθέτει για αποχαιρετισμό τόσο απαλά στην καρδιά του ακροατή, που πλημμυρίζουν τα μάτια του […] Ύστερα σταματά απότομα. Γρήγορα, σκληρά, τρίηχα καλπάζουν προς μια οποιαδήποτε τελική στροφή, με την οποία θα μπορούσαν να τελειώνουν και πολλά άλλα κομμάτια.

Τόμας Μαν, Δόκτωρ Φάουστους, (2002), μετάφραση: Θεόδωρος Παρασκευόπουλος, εκδ. Πόλις, Σελ. 85

Κλείνοντας όμως, τι είναι αυτό που κάνει την παρούσα ηχογράφηση τόσο ξεχωριστή; Πρώτον, η ικανότητα του Osborne να κινείται από το πιο ήσυχο pianissimo στο πιο δυνατό fortissimo χωρίς να επιδεικνύεται. Δεύτερον, η τόλμη του να επιλέξει τα τέμπο και τις δυναμικές που καταδεικνύει ο ίδιος ο συνθέτης. Επιτέλους τα δυνατά σημεία ακούγονται δυνατά, τα αργά χωρίς συναισθηματισμούς, και τα allegro όσο το δυνατόν γρηγορότερα. Εκεί που οι άλλοι πιανίστες κάνουν πίσω και μεταχειρίζονται τις σονάτες αυτές ως εύθραυστα κύκνεια άσματα, ο Osborne προχωρά γερά μπροστά και τονίζει την εσωστρέφειά τους με την ηρωική ερμηνεία του. Μπορεί να ακούγεται οξύμωρο, κι όμως ταιριάζει.

Και έπειτα είναι και η εμμονή του Osborne με τις δυναμικές του Μπετόβεν, πως υποστηρίζει το αριστερό πεντάλ με απίστευτο έλεγχο και απαλές λεπτομέρειες, ειδικά καθώς μεταβαίνει στα πιο pianissimo τμήματα της παρτιτούρας. (Ο μόνος μου ενδοιασμός έχει να κάνει με ένα ελαφρύ απόηχο που αφήνει το Steinway, και επί το πλείστον ακούγεται στην op. 110, αλλά είναι τόσο αμυδρός που κανείς δεν θα τον προσέξει.)

Εν τέλει, φαίνεται ότι η ιστορία επαναλαμβάνεται όσον αφορά τις θρυλικές ερμηνείες των έργων-ορόσημων της Δυτικής μουσικής. Όπως οι Schnabel, Solomon, Michelangeli, και Rosen πριν από αυτόν, έτσι και ο Osborne έχει κατορθώσει το ακατόρθωτο και μπορεί περήφανα πλέον να σταθεί δίπλα τους. Πιστέψτε τις διθυραμβικές κριτικές που αυτή η νέα ηχογράφηση έχει λάβει ως τώρα: αυτή η ερμηνεία των τελευταίων τριών σονατών του Μπετόβεν ανήκει στις θρυλικές.

The High Arts Review Golden

Η κριτική μου στην αγγλική έκδοση.

Leave a Reply (By leaving a reply you agree that your name, email, and website will be saved in this browser for the next time you comment. See also the Akismet notice below).

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

%d bloggers like this: